διαπρύσιον

διαπρύσιον
διαπρύσιον
Grammatical information: adv.
Meaning: `going through, piercing', esp. of sounds, `far stretching' (Hom.)
Other forms: -ίως adv. (D. S.)
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [??] *δια-πρ-υ-τ-?
Etymology: Cf. τηΰσιος etc., so for *δια-πρύ-τιος. The stem reminds of διαπρό `through and through', with -τ- analogical (avoiding hiatus), cf. Risch 115. For the unclear υ-vowel Aeolic origin has been supposed (Chantraine Gramm. hom. 1, 25); other proposals in Bechtel Lex. s. v. (to πρύτανις, but this is Pre-Greek; πρυμνός with -υ- after πύματος?) and Schwyzer-Debrunner 505; diff. Schwyzer KZ 63, 60 n. 1: to διαπείρω with υ-suffix and dental.
Page in Frisk: 1,386

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • διαπρύσιον — διαπρύσιος going through masc acc sg διαπρύσιος going through neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρόταλο — και κούρταλο, το (AM κρόταλον και κούρταλον) όργανο που αποτελείται από δύο κομμάτια μετάλλου, ξύλου, οστού ή άλλου υλικού τα οποία, όταν χτυπηθούν κατάλληλα, παράγουν ήχο κατά τον ρυθμό τού χορού («κρόταλα δὲ βρόμια διαπρύσιον ἱέντα κέλαδον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”